|
Πληθυσμιακά Δεδομένα
Από την εξέταση που βασίζονται στα αποτελέσματα της Απογραφής ΕΣΥΕ του 2001, προκύπτει ότι ο ρυθμός μεταβολής του πληθυσμού της Περιφέρειας την περίοδο 1991 –2001 είναι 5,2% και υπολείπεται του αντίστοιχου εθνικού (6,9%), επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της πληθυσμιακής αποδυνάμωσης της Περιφέρειας. Με βάση στοιχεία της Eurostat η μεταβολή του πληθυσμού στο σύνολο της Ε.Ε. των 15 για τα έτη 1991-1999 βρίσκεται στο 2,64% (Πίνακας 1.1.1.β του Παραρτήματος).
Η πληθυσμιακή πυκνότητα το 2001 διαμορφώνεται σε 41,21 κατ/τ.χλμ. (ελαφρά υψηλότερη σε σχέση με το 1991 που ήταν 39,2 κατ/τ.χλμ.), έναντι 83,08 και 77,75 που είναι τα αντίστοιχα μεγέθη σε επίπεδο χώρας, μη μεταβάλλοντας την επισήμανση της εκ των προτέρων αξιολόγησης για τον αραιοκατοικημένο και “αγροτικό” χαρακτήρα της Περιφέρειας, που αποτελεί μια βασική διαρθρωτική της αδυναμία (Πίνακας 1.1.2 του Παραρτήματος).
Η εξέταση των δημογραφικών δεδομένων επιβεβαιώνει, εκτός των άλλων, και την ένταση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων, που επίσης έχει καταγραφεί σαν βασική αδυναμία της Περιφέρειας.
Αναλυτικότερα, η εξέταση του ρυθμού μεταβολής του πληθυσμού δείχνει δύο Νομούς της Περιφέρειας και συγκεκριμένα το Νομό Κορινθίας (9%) και το Νομό Αργολίδας (8,3%) να διατηρούν ρυθμούς υψηλότερους όχι μόνο από την Περιφέρεια αλλά και από τη χώρα, επιβεβαιώνοντας τον αναπτυξιακό δυναμισμό τους. Οι Νομοί Μεσσηνίας (5,9%) και Λακωνίας (4,1%) υπολείπονται του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού του συνόλου της χώρας, με το Νομό Μεσσηνίας να έχει τον πλησιέστερο ρυθμό μεταβολής με τον αντίστοιχο της Περιφέρειας, ενώ για το Νομό Αρκαδίας παρατηρείται πληθυσμιακή μείωση (-3.1%).
Ο αστικός πληθυσμός ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, φαίνεται διαχρονικά να αυξάνει, αφού το 1991 ο αστικός και ο ημιαστικός πληθυσμός αποτελούσαν το 43% του συνολικού πληθυσμού της Περιφέρειας, ενώ το 2001 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 46,12%. Αντίστοιχα, μειώνεται ο αγροτικός πληθυσμός από 57% το 1991 σε 53,87% το 2001. Η αναλογία αστικού / αγροτικού πληθυσμού στην Περιφέρεια διαφοροποιείται πλήρως σε σχέση με την αντίστοιχη αναλογία σε επίπεδο χώρας, που είναι 72,78% για τον αστικό και 27,21% για τον αγροτικό πληθυσμό. Η αναλογία αστικού/αγροτικού πληθυσμού διαφοροποιείται, επίσης, μεταξύ των Νομών της Περιφέρειας, αφού στους Νομούς Κορινθίας και Αργολίδας υπερτερεί ο αστικός πληθυσμός, ενώ στους υπόλοιπους Νομούς υπερτερεί ο αγροτικός πληθυσμός έναντι του αστικού (Πίνακας 1.1.3 του Παραρτήματος).
Σημαντική είναι και η απόκλιση μεταξύ των τιμών που λαμβάνει ο σχετικός δείκτης σε κάθε Νομό, δεδομένου ότι οι Νομοί Αργολίδας και Κορινθίας βρίσκονται πολύ κοντά στη μέση τιμή του δείκτη για το σύνολο της χώρας (1,12), ενώ ο Νομός Λακωνίας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη απόκλιση, με την τιμή του δείκτη να διαμορφώνεται σε 1,74 για το 2001. Με βάση τα πληθυσμιακά στοιχεία του 1999, ο δείκτης γήρανσης στην Ε.Ε. των 15 διαμορφώνεται στο 0,94 ενώ στα 12 νέα κράτη είναι 0,70 δείχνοντας έτσι τον πληθυσμιακό δυναμισμό τους.
Περιφερειακό Ακαθάριστο Προϊόν
Η εξέλιξη του Περιφερειακού Ακαθάριστου Προϊόντος της Περιφέρειας, μετά το 1994, το οποίο υπήρξε το τελευταίο έτος αναφοράς στο ΠΕΠ, είναι θετική. Από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, προκύπτει η μείωση της απόκλισης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Περιφέρειας από το αντίστοιχο της χώρας, δεδομένου ότι διαμορφώνεται, το έτος 2000, στο 85,2% της χώρας (το αντίστοιχο μέγεθος κατά το 1995 ήταν 78,5%). Παρά τη σύγκλιση που παρατηρείται, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Περιφέρειας εξακολουθεί και παραμένει χαμηλό. Η Περιφέρεια παράγει το 5,41% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας, παραμένοντας ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με αυτά του 1994. Σε σχέση με την Ε.Ε. των 15 κρατών – μελών το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκφρασμένο σε ισοδύναμη αγοραστική δύναμη (pps) διαμορφώνεται το 1999 σε 54,8% (Ε.Ε. των 15 = 100), έναντι 53,3% το 1995, δείχνοντας τάσεις σύγκλισης.
Η χαμηλή παραγωγικότητα και η φθίνουσα πορεία του πρωτογενή τομέα έχει καταγραφεί σαν μια βασική αδυναμία της Περιφέρειας και ιεραρχείται στην εκ των προτέρων αξιολόγηση του ΠΕΠ ως ένα από τα βασικότερα προβλήματα, επιβεβαιώνεται δε και από τη σημαντική μείωση της συμβολής του στο ΑΕΠ της Περιφέρειας, που διαμορφώνεται στο 16,6% το 1999 έναντι 30,5% το 1994. Παρά τη μείωση της σημασίας του τομέα το ποσοστό συμμετοχής του στη διαμόρφωση του ΑΕΠ είναι διπλάσιο από το αντίστοιχο εθνικό που είναι 8,19%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την ορθότητα των επισημάνσεων του Προγράμματος.
Αντίθετα, σχετικά διαφοροποιημένη, τουλάχιστον σε ότι αφορά τη συμμετοχή στο περιφερειακό ΑΕΠ, παρουσιάζεται η εξέλιξη των μεγεθών για το δευτερογενή τομέα για τον οποίο επίσης επισημαίνεται στο πρόγραμμα ότι η φθίνουσα πορεία του αποτελεί σημαντική αδυναμία της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Με βάση τα νεότερα στοιχεία παρατηρείται αύξηση του ποσοστού συμμετοχής του δευτερογενή τομέα στο περιφερειακό ΑΕΠ, αφού διαμορφώνεται στο 27,08% το 1999 (έναντι 23,2% το 1994) και είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο εθνικό που είναι 21,59%.
Ιδιαίτερη αναφορά για το δευτερογενή τομέα γίνεται σε επόμενη ενότητα, καθότι η συμμετοχή στο ΑΕΠ δεν είναι το μόνο μέγεθος που θα πρέπει να εξετασθεί για να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το δυναμισμό του τομέα.
Σημαντική είναι και η αύξηση της συμμετοχής του τριτογενή τομέα στο ΑΕΠ της Περιφέρειας, που διαμορφώνεται σε 56,32% το 1999 (έναντι 46,3% το 1994). Όμως, η συμμετοχή του τριτογενή τομέα στο ΑΕΠ της Περιφέρειας εξακολουθεί να απέχει σημαντικά σε σύγκριση με την αντίστοιχη στο σύνολο της χώρας που είναι 70,22%.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει, επίσης, την ορθότητα των επισημάνσεων του Προγράμματος για τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης του τουρισμού στην Περιφέρεια, θεωρώντας τη δυνατότητα αυτή (σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της) ως σημαντικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα/δυνατότητα.
Τέλος, σε ότι αφορά τη διανομαρχιακή κατανομή του ΑΕΠ το μεγαλύτερο ποσοστό συνεχίζει να παράγεται στο Ν. Κορινθίας (32,89%), ενώ αυξάνεται η συμμετοχή του Ν. Αρκαδίας στο ΑΕΠ της Περιφέρειας (15,3% το 1994, 18,04% το 2001). Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφοροποιήσεις της συμμετοχής των άλλων Νομών σε σχέση με το 1994.
Με εξαίρεση τη μεταβολή στο ΑΕΠ της Περιφέρειας που παρατηρείται τα έτη 1995-96, για όλα τα υπόλοιπα έτη μέχρι και το 2000, ο ρυθμός μεταβολής που σημειώνεται στο Ακαθάριστο Προϊόν της Περιφέρειας είναι σαφώς υψηλότερος από αυτόν της χώρας, το γεγονός που μαρτυρά τους έντονους ρυθμούς ανάπτυξης που σημειώνονται στην Περιφέρεια. Σε σύγκριση με την Ε.Ε. η Περιφέρεια Πελοποννήσου σημειώνει εντονότερους ρυθμούς αύξησης του ακαθάριστου προϊόντος.
Απασχόληση – Ανεργία
Η αύξηση της ανεργίας και της ανεργίας μακράς διάρκειας, η μείωση του εργατικού δυναμικού, η δυσκολία πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας επισημαίνονται σαν αδυναμίες και προβλήματα της Περιφέρειας. Ο Οικονομικά Ενεργός Πληθυσμός ανέρχεται το 2002 σε 227,2 χιλ. (ουσιαστικά παραμένει σταθερός σε σύγκριση με τα δεδομένα του 1997 οπότε και ανερχόταν σε 225,5 χιλ.), ενώ ο αριθμός των απασχολούμενων το 2002 είναι 210,8 χιλ. έναντι 207 χιλ. το 1997. Η διαχρονική εξέλιξη του ενεργού πληθυσμού και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια (1995-2002) φαίνεται να ακολουθεί τη γενικότερη αύξηση του πληθυσμού της Περιφέρειας, καθώς και τις γενι
κότερες τάσεις στην εξέλιξη του εργατικού δυναμικού της χώρας (Πίνακες 1.1.7.α και β του Παραρτήματος). Όσον αφορά τον ενεργό πληθυσμό ως ποσοστό επί του συνόλου του πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών, η Περιφέρεια Πελοποννήσου με ποσοστό 65,84% βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με τη χώρα, της οποίας το ποσοστό βρίσκεται στο 62,10%. Το αντίστοιχο μέγεθος σε επίπεδο Ε.Ε. κινείται στο επίπεδο του 69,05%.
Η τομειακή σύνθεση της απασχόλησης διαφοροποιείται και παρατηρείται σημαντική μείωση της απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα και αύξηση της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα. Αναλυτικότερα, κατά το 2002 το 36,36% των απασχολουμένων εργάζεται στον πρωτογενή τομέα (43,4% το 1997), το 15,89% στο δευτερογενή (16,9% το 1997) και το 47,75% στον τριτογενή τομέα (39,7% το 1997). Η αλλαγή στη σύνθεση της απασχόλησης επιβεβαιώνει τη φθίνουσα πορεία του πρωτογενή τομέα, τη στασιμότητα του δευτερογενή και την ανάπτυξη του τριτογενή. Παρά τις μεταβολές αυτές, η σύνθεση της απασχόλησης κατά τομέα οικονομικής δραστηριότητας είναι αρκετά διαφοροποιημένη σε σχέση με την αντίστοιχη της χώρας. Το ποσοστό απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα της Περιφέρειας είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου εθνικού μέσου (15,89%), στο δευτερογενή υπολείπεται του εθνικού μέσου (22,47%), ενώ και στον τριτογενή τομέα η απόκλιση είναι μεγαλύτερη (61,73%) (Πίνακας 1.1.8 του Παραρτήματος). Τα αντίστοιχα μεγέθη για την Ε.Ε. των 15 διαμορφώνονται για τον πρωτογενή τομέα στο 4,16%, για τον δευτερογενή στο 28,69% και για τον τριτογενή στο 67,14%. Η διάρθρωση της απασχόλησης διαφοροποιείται και στα 12 νέα κράτη - μέλη, όπου η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα είναι 21,0%, στο δευτερογενή 31,5% και στον τριτογενή 47,5%.
Αναφορικά με την εξέλιξη της ανεργίας στην Περιφέρεια, παρατηρείται η συνεχής αύξηση της, λαμβάνοντας τη μεγαλύτερη τιμή το 2000 που είναι 9,3%, ενώ έκτοτε μειώνεται για να διαμορφωθεί στο 7,2% το 2002, ακολουθώντας τη διακύμανση της ανεργίας σε επίπεδο χώρας, αν και τα ποσοστά ανεργίας στην Περιφέρεια διατηρούνται διαχρονικά χαμηλότερα σε σύγκριση με αυτά της χώρας. Από το 1995 μέχρι και το 1999 το ποσοστό ανεργίας στην Περιφέρεια ήταν χαμηλότερο από αυτό της Ε.Ε., ενώ το 2000 διαμορφώνονται στα ίδια περίπου επίπεδα. Το έτος 2001 το ποσοστό ανεργίας στην Ε.Ε. βρίσκεται στο 7,55%, έναντι 8,1% της Περιφέρειας.
Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας στην Πελοπόννησο διαφοροποιούνται την πενταετία 1997-2002. Έτσι, το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας το 2002 μειώθηκε στο 46,28%, μέγεθος το οποίο είναι σαφώς μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό της Χώρας (54,71%). Αντίθετα προς τους μακροχρόνια άνεργους, το ποσοστό των νέων ανέργων αυξήθηκε από 30,1% το 1997, σε 46,09% το 2002, υπερβαίνοντας το αντίστοιχο ποσοστό για τη χώρα που είναι 40,16%. Στο σύνολο της Ε.Ε. το ποσοστό των νέων ανέργων παρουσίασε μείωση την ίδια περίοδο 1997-2001, οπότε και διαμορφώνεται στο 44,6%. Τέλος, μείωση παρατηρήθηκε στο ποσοστό ανεργίας των γυναικών, το οποίο μειώθηκε από 14,4% το 1997 σε 10% κατά το 2002, αλλά εξακολουθεί να παραμένει διπλάσιο σε σχέση με το ποσοστό ανεργίας των ανδρών (5,3%) (Πίνακας 1.1.9.α, β, γ και δ). Όσον αφορά το σύνολο των ανέργων το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών είναι γυναίκες τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και Ε.Ε. Το έτος 2001, το 60,6% των ανέργων της χώρας είναι γυναίκες και στην Ε.Ε. το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 50,75% για το ίδιο έτος.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ για το βʼ εξάμηνο του 2002, το επίπεδο εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού δεν φαίνεται να αλλάζει σημαντικά. Το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού συνεχίζει να βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης, αφού το 45,21% αυτού έχει απολυτήριο δημοτικού (έναντι 34,76% στη Χώρα). Ενθαρρυντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι το ποσοστό των αγράμματων μειώθηκε από 8% το 1997 σε 3,67% το 2002, ποσοστό χαμηλότερο πλέον από αυτό της Χώρας όπου οι αγράμματοι αποτελούν το 4,2% του εργατικού δυναμικού. Αναλυτικά, τα στοιχεία για το επίπεδο εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.1.10 του Παραρτήματος.
Εξελίξεις ανά τομέα παραγωγής
Ο πρωτογενής τομέας αποτελεί σημαντικό τομέα παραγωγής για την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Ο αγροτικός πληθυσμός της Περιφέρειας αντιπροσωπεύει το 11,7% του αγροτικού πληθυσμού της χώρας. Η μείωση των απασχολούμενων στον πρωτογενή τομέα αφορά τόσο το μόνιμο όσο και το εποχιακό εργατικό δυναμικό, αλλά και τα συμβοηθούντα μέλη (τα άτομα της οικογένειας που εργάζονται στην εκμετάλλευση).
Η ηλικιακή διάρθρωση των απασχολούμενων στον πρωτογενή τομέα, στην Περιφέρεια ακολουθεί τις γενικότερες τάσεις σε επίπεδο χώρας. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική αύξηση του αριθμού των απασχολούμενων στη γεωργία με ηλικία μικρότερη των 35 ετών. Ειδικότερα, στην Περιφέρεια της Πελοποννήσου σημειώνεται αύξηση της τάξης του 69,4% αυτής της ηλικιακής ομάδας, με παράλληλη μείωση κατά 1,2% των ατόμων ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών, που ασχολούνται με την γεωργία (1997-2000). Η σημαντική αυτή μεταβολή δεν μειώνει την ένταση του προβλήματος της δυσμενούς δημογραφικής σύνθεσης των απασχολούμενων στον πρωτογενή τομέα, αφού τα άτομα ηλικίας μικρότερης των 35 ετών αποτελούν μόλις το 10% του συνολικού αριθμού των απασχολούμενων στην γεωργία .
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat (1997) οι απασχολούμενοι στη γεωργία που δεν έχουν ούτε τη στοιχειώδη γεωργική εκπαίδευση αποτελούν το 99,85% του συνόλου των αρχηγών γεωργικής εκμετάλλευσης της Περιφέρειας και μόλις τo 0,01% είναι οι αρχηγοί των εκμεταλλεύσεων με πλήρη γεωργική εκπαίδευση (τουλάχιστον 2 έτη). Τα παραπάνω στοιχεία είναι αντίστοιχα με τη γενικότερη εικόνα της γεωργική εκπαίδευση των αρχηγών των εκμεταλλεύσεων σε επίπεδο χώρας.
Όσον αφορά την κατά φύλο κατανομή των αρχηγών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων το ποσοστό των ανδρών είναι σαφώς υψηλότερο έναντι αυτό των γυναικών. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή αύξηση των γυναικών που αναλαμβάνουν τη διαχείριση γεωργικών εκμεταλλεύσεων τόσο σε επίπεδο Περιφέρειας όσο και σε επίπεδο χώρας και Ε.Ε. Το 1997 το ποσοστό των γυναικών αρχηγών στην Περιφέρεια Πελοποννήσου διαμορφώνεται στο 19% έναντι 15,15 που ήταν το 1995, ενώ στη χώρα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 20,05% το 1997 έναντι 17,1% το 1995 και στην Ε.Ε. 21,1% και 19,6%, αντίστοιχα .
Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις της Περιφέρειας αντιστοιχούν στο 10,3% των καλλιεργούμενων εκτάσεων της χώρας. Τα βασικότερα γεωργικά προϊόντα που παράγονται στην Περιφέρεια είναι εσπεριδοειδή (46% της συνολικής παραγωγής της χώρας), ελαιόλαδο ( 26% της συνολικής παραγωγής της χώρας) και πατάτα (14% της συνολικής παραγωγής της χώρας). Ενώ η κτηνοτροφία διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο στην Περιφέρεια, τα κυριότερα κτηνοτροφικά προϊόντα που παράγονται είναι το μαλακό τυρί (10,2% της συνολικής παραγωγής της χώρας), το λιωμένο βούτυρο (7,5%), το γάλα (6,4%), και το κρέας (6%). (EΣΥΕ).
Το 1998 η αξία της φυτικής παραγωγής ανέρχεται στα 944 εκ Ευρώ, εμφανίζοντας μείωση της τάξης του 14,88%, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, η αξία της ζωικής παραγωγής αυξάνει κατά 4,26% και φτάνει τα 196 εκατ. Ευρώ. Η αναλογία φυτικής - ζωικής παραγωγής διαμορφώνεται σε 82,8:17,19 και διαφοροποιείται από την αντίστοιχη αναλογία σε επίπεδο χώρας (76,3:23,7).
Ο πολυτεμαχισμός και το μικρό μέγεθος του κλήρου αποτελεί ένα ακόμη διαρθρωτικό πρόβλημα για την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Τόσο ο αριθμός όσο και η γεωργική γη που καταλαμβάνουν οι εκμεταλλεύσεις διαφόρων μεγεθών της Περιφέρειας, ακολουθούν την κατανομή που ακολουθείται σε εθνικό επίπεδο. Στο 75,56% των εκμεταλλεύσεων αυτών αντιστοιχεί έκταση μικρότερη των 5 ha, ενώ κατέχουν το 38,30% της συνολικά καλλιεργούμενης έκτασης. Ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων μεγέθους μεγαλύτερου των 50 ha σημειώνει τη μεγαλύτερη μείωση την περίοδο 1993-97, της τάξης του 5,88%, ενώ αντίθετα τη μεγαλύτερη αύξηση αρ
ιθμού εμφανίζουν οι εκμεταλλεύσεις μεγέθους 30-50 ha, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 0,27% του αριθμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και καλύπτουν το 2,43% της καλλιεργούμενης έκτασης .
Σκιαγραφώντας την εικόνα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων με βάση το Τυπικό Ακαθάριστο Κέρδος (ΤΑΚ), αξίζει να σημειωθεί ότι για το έτος 1997 το 22,85% του συνολικού αριθμού των εκμεταλλεύσεων εμφανίζει ΤΑΚ μικρότερο των 2 ESU . Μάλιστα, σε σχέση με το 1993 ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων αυτών σημείωσε αύξηση της τάξης του 19,06%. Αντίθετα, σημαντική μείωση ύψους 71,70% παρατηρήθηκε σε εκμεταλλεύσεις που έχουν ΤΑΚ 40-100 ESU1 .
Σημαντική είναι η επίδραση των επιδοτήσεων από τις ΚΟΑ στο “Γεωργικό Εισόδημα” και στα οικονομικά αποτελέσματα των εκμεταλλεύσεων της Περιφέρειας, η οποία ανέρχεται στο 23% (Rica, 1998). Σε παρούσα φάση δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των επιπτώσεων από την πρόσφατη αναθεώρηση της ΚΑΠ στον πρωτογενή τομέα της Περιφέρειας, η οποία όμως ενδέχεται να είναι σημαντική λόγω της πρόσφατης ψήφισης 10/2003 του Κανονισμού για το ελαιόλαδο.
Η χρηματοδότηση, είτε από τα ΠΕΠ, είτε από το Υπουργείο Γεωργίας, μελέτης που θα διερευνούσε τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την αλλαγή της ΚΟΑ θα πρέπει να γίνει άμεσα και με βάση τα αποτελέσματα της θα έπρεπε να γίνουν οι απαιτούμενες αναθεωρήσεις της ΚΥΑ 532/2003 που διέπει τον τρόπο υλοποίησης των επενδύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις.
Η αναθεώρηση του τρόπου υλοποίησης των ʽεπενδύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσειςʼ καθίσταται ιδιαίτερα επίκαιρή λόγω της αναγκαιότητας εναρμόνισης των παραγωγών με τους Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής και τους κανόνες για την καλή διαβίωση των ζώων (Animal welfare).
Η έναρξη της ισχύος από 1/1/2005 της νέας ΚΑΠ προϋποθέτει (για να αποφευχθούν αρνητικές επιπτώσεις) την τήρηση των προτύπων. Στην αναμενόμενη αναθεώρηση του Καν. 1257/99, η οποία λογικά αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31/12/2003, δίνεται η δυνατότητα παροχής ενισχύσεων προς τους παραγωγούς για την συμμόρφωση με τα ʽπρότυπαʼ. Κατά συνέπεια θα ήταν σκόπιμο να επανεξετασθεί η αναθεώρηση του ΠΕΠ για τα μέτρα του ΕΓΤΠΕ. Το ανωτέρω θέμα είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, αλλά θα πρέπει να διερευνηθεί η θέση της Επιτροπής και να εξασφαλισθεί η έγκαιρη έκδοση της ΚΥΑ από το Υπουργείο Γεωργίας.
Σε κάθε περίπτωση και με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι και μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης των υποβαλλόμενων επενδύσεων στο πλαίσιο της τρίτης προκήρυξης του Μέτρου 2.1.5 του ΠΕΠ, θα πρέπει να επανεξετασθεί η ΚΥΑ 532/2003.
Με βάση την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι ορισμένα από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του πρωτογενή τομέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου, όπως είναι η ηλικία των αρχηγών των εκμεταλλεύσεων, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων μέσου μεγέθους και η αναλογία φυτικής – ζωικής παραγωγής, βελτιώνονται σταδιακά αλλά απέχουν σημαντικά ακόμα από τα αντίστοιχα εθνικά μεγέθη.
Τα στοιχεία για την εξέλιξη του πρωτογενή τομέα στην Περιφέρεια Πελοποννήσου παρουσιάζονται στους Πίνακες 1.1.11 έως 1.1.20 και 1.1.24 του Παραρτήματος.
Οι εξελίξεις στο δευτερογενή τομέα της Περιφέρειας πρέπει να εξετάζονται πάντα σε συνάρτηση με την ιδιαιτερότητα της Περιφέρειας, η οποία έγκειται στην ύπαρξη της βιομηχανικής ζώνης της Αθήνας, η οποία διοικητικά υπάγεται στο Νομό Κορινθίας, όπου είναι εγκατεστημένες βιομηχανικές επιχειρήσεις εθνικής σημασίας και εμβέλειας που δεν σχετίζονται με την οικονομία της Περιφέρειας, όπως είναι τα διυλιστήρια, μεταλλουργικές βιομηχανίες κλπ. Μία δεύτερη ιδιαιτερότητα σχετίζεται με την ύπαρξη στη Μεγαλόπολη του δεύτερου σημαντικότερου ενεργειακού κέντρου της χώρας.
Διαχρονικά, η απασχόληση στο δευτερογενή τομέα μειώνεται τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ποσοστιαία. Αναλυτικά στοιχεία για τη διαχρονική εξέλιξη των σημαντικών μεγεθών της μεταποίησης, με βάση τα στοιχεία της ετήσιας βιομηχανικής έρευνας της ΕΣΥΕ, η οποία περιλαμβάνει μόνο τις μεταποιητικές επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 10 εργαζόμενους,
Από την εξέταση των στοιχείων του Πίνακα προκύπτει, για τη χρονική περίοδο 1995 –2000, η μείωση τόσο του αριθμού των καταστημάτων όσο και της απασχόλησης. Για το έτος 2000 ο αριθμός των καταστημάτων ανέρχεται σε 171 (έναντι 185 το 1995) και οι απασχολούμενοι σε 7.756 (έναντι 7988 το 1995).
Η μείωση της απασχόλησης είναι ιδιαίτερα σημαντική στο νομό Μεσσηνίας που σημειώνεται απώλεια 472 θέσεων εργασίας. Επίσης, ενδεικτικό για τη χωρική διάρθρωση της μεταποίησης στην Περιφέρεια είναι η σημασία του Νομού Κορινθίας, που συγκεντρώνει το 60,6% των απασχολούμενων και το 36,8% των μεταποιητικών μονάδων της Περιφέρειας. Το ποσοστό των ακαθάριστων επενδύσεων στη μεταποίηση στο σύνολο των επενδύσεων είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο της χώρας (6,50% στη Περιφέρεια, έναντι 11,13% για τη χώρα το 1998).
Η κλαδική εξειδίκευση της μεταποίησης δεν διαφοροποιείται και οι βασικοί της κλάδοι είναι η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, ξύλου και μη μεταλλικών προϊόντων.
Την ίδια περίοδο (1995-2000), σημειώνεται σημαντική αύξηση της τάξης του 104,6% στην Ακαθάριστη Αξία Παραγωγής, από 397.170.888 χιλ. δρχ. το 1995 σε 812.856.135 χιλ. δρχ. το έτος 2000. Τα αντίστοιχα μεγέθη σε επίπεδο χώρας, σημειώνουν επίσης αύξηση κατά 52,9%. Στη διαμόρφωση της Ακαθάριστης Αξίας Παραγωγής της μεταποίησης στη Περιφέρεια, πολύ σημαντική είναι η συμβολή του Νομού Κορινθίας, το ποσοστό συμμετοχής του οποίου ανέρχεται στο 86,5%.
Την ίδια αυξητική πορεία ακολουθεί και η Προστιθέμενη Αξία, η οποία αυξάνει κατά 89,7% (από 96.471.560 χιλ. δρχ. το 1995 σε 183.029.886 χιλ. δρχ. το 2000) στην Περιφέρεια Πελοποννήσου και κατά 48,6% στο σύνολο της χώρας. Και στην Προστιθέμενη Αξία της Περιφέρειας η συμβολή του Νομού Κορινθίας είναι καθοριστικής σημασίας, αφού συμμετέχει κατά 76,25%.
Λόγω του υψηλότερου ρυθμού μεταβολής των μεγεθών στη Περιφέρεια σε σχέση με τη χώρα τη περίοδο 1995 – 2000 αυξάνει και η ποσοστιαία συμμετοχή της Περιφέρειας στη διαμόρφωση των αντίστοιχων μεγεθών της χώρας.
Αναλυτικότερα, η συμβολή της μεταποιητικής βιομηχανίας της Περιφέρειας στην ακαθάριστη αξία παραγωγής της χώρας το 2000 διαμορφώνεται στο 8,3% (έναντι 6,2% το 1995), ενώ στην προστιθέμενη αξία διαμορφώνεται στο 5,3% (έναντι 4,1% το 1995).
Η ιδιαίτερα θετική εξέλιξη των αντιστοίχων μεγεθών δεν πρέπει να δημιουργεί εσφαλμένη εικόνα για την δυναμική της μεταποιητικής βιομηχανίας στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, αφού αν εξαιρεθούν οι επιδόσεις του Νομού Κορινθίας, οι μεταβολές των μεγεθών στους Νομούς Αργολίδας, Μεσσηνίας και Λακωνίας υπολείπονται του ρυθμού μεταβολής σε επίπεδο χώρας. Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή στο Νομό Αρκαδίας, όπου η προστιθέμενη αξία αυξάνει με τον ταχύτερο ρυθμό από όλους τους Νομούς (140,96%), αν και παρά τη μεγάλη αυτή αύξηση σε απόλυτους αριθμούς εξακολουθεί και παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αντιπροσωπεύοντας το 4% της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης της Περιφέρειας Πελοποννήσου.
Ο τριτογενής τομέας στην Περιφέρεια Πελοποννήσου είναι ο τομέας που παρουσιάζει τον μεγαλύτερο δυναμισμό. Στον τριτογενή τομέα και ιδιαίτερα στον κλάδο του χονδρικού και λιανικού εμπορίου παρατηρείται συνεχής ενίσχυση του ρόλου του στην οικονομία της Περιφέρειας. Η εξέταση των Ακαθάριστων Επενδύσεων Παγίου Κεφαλαίου στον κλάδο (ως ποσοστό στο σύνολο των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου) κινείται στην Περιφέρεια σε υψηλότερα επίπεδα από το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο της χώρας σε όλη τη περίοδο 1995 – 1998, συγκεντρώνοντας το υψηλότερο ποσοστό από το σύνολο των κλάδων στην Περιφέρεια.
Η εξέταση των εξελίξεων στο τομέα του τουρισμού επιβεβαιώνει τις επισημάνσεις του Προγράμματος για τη συνεχή μείωση της τουριστικής κίνησης. Στον Πίνακα 1.1.22 του Παραρτήματος, παρουσιάζ
εται η εξέλιξη του αριθμού των κλινών σε ξενοδοχειακά καταλύματα, η οποία χαρακτηρίζεται από στασιμότητα (αύξηση κατά 0,7% έναντι αύξησης κατά 9,1% στο σύνολο της χώρας για την περίοδο 1995 – 2000).
Ο αριθμός των διανυκτερεύσεων των αλλοδαπών παρουσιάζει μείωση κατά 8,4%, έναντι αύξησης κατά 24,5% την ίδια περίοδο για το σύνολο της χώρας. Αύξηση παρουσιάζει ο αριθμός διανυκτερεύσεων των ημεδαπών κατά 14,7%, ποσοστό, όμως, που υπολείπεται της αύξησης των διανυκτερεύσεων για το σύνολο της χώρας, που διαμορφώνεται στο 23,2% την ίδια χρονική περίοδο.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν έντονο προβληματισμό, με δεδομένη τη σημασία που αποδίδεται στον τουρισμό ως βασική στρατηγική επιλογή για την ανάπτυξη της Περιφέρειας.
Υποδομές – Ποιότητα Ζωής
Η κατάσταση στον τομέα των μεταφορικών υποδομών μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιδεινωθεί, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που προκλήθηκαν στο οδικό δίκτυο της Περιφέρειας εξ αιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων που σημειώθηκαν το τρέχον έτος και οι οποίες έχουν μερικώς αποκατασταθεί. Το πρόβλημα της αναβάθμισης των οδικών μεταφορών και η ολοκλήρωση του οδικού άξονα Κόρινθος – Τρίπολη - Καλαμάτα αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη της Νότιας Πελοποννήσου και ορθώς το Πρόγραμμα δίνει στον τομέα αυτό την αντίστοιχη βαρύτητα. Θα πρέπει όμως να θεωρείται δεδομένο ότι το ΠΕΠ Πελοποννήσου, παρά τη σημαντική αύξηση των πόρων του στο πλαίσιο του Γʼ ΚΠΣ, δεν μπορεί να επιλύσει το οξύτατο αυτό πρόβλημα.
Σε ότι αφορά την υγεία και πρόνοια η κατάσταση δεν έχει μεταβληθεί σε σχέση με την περίοδο κατάρτισης του Προγράμματος, παρά τη σημαντική πρόοδο που επιτεύχθηκε με τα έργα του Βʼ ΚΠΣ.
Στον τομέα της εκπαίδευσης, σημαντική μεταβολή από την περίοδο κατάρτισης του Προγράμματος αποτελεί η έναρξη της λειτουργίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, που αναμένεται μακροπρόθεσμα να συμβάλει και στην ενίσχυση του ερευνητικού δυναμικού της Περιφέρειας.
|